Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Λύτρωσης ταξίδι

Κάποιος, κάπου εδώ τριγύρω. Στο μέσο της διαδρομής.
Ή, ή στην αρχή του τέλους ή στη μέση του πουθενά.
- Και πώς φεύγουμε από εδώ;
- Και πού να πάμε;
- Δεν ξέρω, κάπου όμορφα, κάπου που να υπάρχει κάτι για να πιστέψω.
- Κάπου θα υπάρχει θαμμένος κάποιος χάρτης.
- Πάμε να τον βρούμε μαζί; Φοβάμαι μόνος.
- Μην εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους. Ούτε κι εμένα.
- Θα ρισκάρω. Δεν πιστεύω να πονάς;
- Όχι, αντέχω. Πάμε.
- Το βλέπω στα μάτια σου, δεν έχεις μεγάλη αντοχή για κάτι τέτοιο.
- Φοβάμαι μη σε πληγώσω. Αλλά δεν πονάω. Ή ίσως να λίγο.
- Τότε άστο για μια άλλη φορά.
- Όχι, ας ξεκινήσουμε τώρα.
- Μα, σε βλέπω να λυγίζεις, να πέφτεις. Γιατί ρισκάρεις ενώ δεν αντέχεις;
- Γιατί αλλιώς θα σάπιζα στο βρώμικο κλουβί της ζωής.
- Και αυτό το αίμα που τρέχει τι είναι;
- Θα περάσει, όλα περνάνε.
- Και τότε γιατί κοιτάς πίσω σου συνέχεια;
- Εδώ πεθαίνουν οι άνθρωποι και φοβάμαι... Όχι γαμώτο! Πήραμε λάθος δρόμο!
- Άνοιξε το παράθυρο. Δεν μπορώ να αναπνεύσω.
- Βρωμάει αναισθησία, υποκρισία, ανθρώπους. Δεν μπορώ.
- Η πληγή μεγαλώνει. Δεν έπρεπε να ξεκινήσουμε. Κρατήσου. Πονάς πολύ;
- Αντέχω.
- Μείνε μαζί μου. Δεν μπορώ να παλέψω μόνος μου.
Και το φως του ασθενοφόρου αντανακλούσε στα σπασμένα γυαλιά. Παρέα περίεργες σιωπηλές φωνές.
- Και τελικά δε φτάσαμε ποτέ στο εκεί, γιατί εδώ ή πεθαίνεις ή τρελαίνεσαι.

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Το τελευταίο κονσέρτο

Πνιγόταν. Ήθελε να φύγει. Μακριά.
Έκατσε μυστικά στη σκοτεινή γωνιά.
Ήθελε να κρυφτεί από όλο αυτό το χάος που αισθανόταν.
Στο μυαλό της διάφορες εικόνες ερχόταν.
Η νύχτα σκέπασε με το πέπλο της τη μυστήρια πνοή.
Σκοτεινός ουρανός, σκοτεινό δωμάτιο, σκοτεινή ψυχή.
Και μια μελωδία είχε τρυπώσει από μια σχισμή.
Ο κρυφός καπνός απ' το τσιγάρο σχημάτιζε ζωγραφιές.
Αναρωτιόταν τι έφταιγε για όλες εκείνες τις συμφορές.
Τι έφταιγε που όλα ήταν τόσο περίπλοκα.
Τι έφταιγε που ένιωθε τόσο μακριά απ' όλους, τόσο μόνη,
που αγαπούσε ό,τι μισούσε...
Αν ήξερε να αγαπάει.
Αν ήξερε να μισεί.
Δεν ήξερε. 
Δε γνώριζε καν αν υπάρχουν αυτές οι λέξεις.
Ίσως φοβόταν το τέλος.
Ίσως φοβόταν την αρχή.
Ήθελε κάποιος να της απαντήσει στο αν υπάρχουν αυτές οι λέξεις ή είναι απλά πλάνες.
Ήθελε κάποιος να τη σώσει από αυτήν την άβυσσο, τις αυταπάτες.
Αρκετοί της απάντησαν, κανένας δεν την έσωσε.
Τώρα το μολύβι έσβηνε μοναχό του καθώς έγραφε.
Ποιήματα τη γύριζαν πίσω.
Δεν άλλαζε τίποτα. Είχε εθιστεί στον πόνο.
Παρέα κάτι αποτσίγαρα, άσπρη σκόνη, vodka, μουσική και εφήμερα πάθη μόνο.
Όλα την οδηγούσαν στους λάθος ανθρώπους.
Σε λάθος πόθους.
Σε ανθρώπους που δεν ταίριαζε.
Σε μια ζωή που δεν άνηκε.

Είναι εκείνη που ξέρεις. Εκείνη που ποτέ δε θα μάθεις.
Είναι εκείνη που θέλεις να της πεις τόσα, αλλά διστάζεις.
Εκείνη που κοιτούσες.
Εκείνη που ποθούσες.


Σφάδαζε. Πνιγόταν. Έπρεπε να φύγει.
Είναι εκείνη που παίζει κρυφτό στο σκοτάδι με σκιές.
Εκείνη που μετράει στα σωθικά τις μαχαιριές.
Εκείνη που προσπαθεί να λύσει το μυστήριο του κόσμου σου.


Πνιγόταν. Ήθελε να φύγει. Μακριά.
Δεν ήθελε να ζει άλλο σ' αυτήν τη συννεφιά.
Με αργές κινήσεις σηκώθηκε.
Ζαλισμένη από την περίεργη μυρωδιά του χάους έφτασε ως την πόρτα.
Κοίταξε για μια τελευταία φορά γύρω της.
Είχε μουδιάσει. Ψιθύρισε ήχους, συλλαβές, προτάσεις.
Ήθελε να φωνάξει. Σώπασε.
Κλείνοντας τα μάτια της σωριάστηκε. Τα χείλη της πάγωσαν.
Η μελωδία τελείωσε.
Η νύχτα έγινε μόνιμη.

Έπρεπε να φύγει. Πνιγόταν. Έπρεπε να φύγει.
Κανείς δεν ξέρει αν θα ξαναγυρίσει.

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Όνειρο διαφυγής

Κάτι μικρό, κάτι μεγάλο.
Δυνατό, ελεύθερο, τρομακτικό, ρεαλιστικό, φανταστικό.
Κάτι εγκλωβισμένο.
Εκεί που η συνείδηση σταματούσε.
Η μπόρα έφευγε. Εφήμερη κυλούσε παραπέρα.
Μεθυσμένη έτρεχε τρομαγμένη να κρυφτεί.
Τότε που το φεγγάρι σε παρακολουθούσε από ψηλά.
Τα αστέρια σου κρατούσαν συντροφιά.
Γλυκιά, καυτή, σύντομη ζεστασιά.
Εκείνος που σε κοιτούσε.
Που σου χαμογελούσε, που σου έλεγε για τις παλιές νύχτες.
Εκείνος που γέμιζε με ψευδαισθήσεις τη ζωή σου.


Το ίδιο μέρος, ο ίδιος άνθρωπος.
Όλα τόσο διαφορετικά, τόσο ίδια.
Η φλόγα τρεμοπαίζει.
Αισθάνεσαι διαφορετικά. Δεν έχει αλλάξει τίποτα.
Και τότε είναι που θέλεις να κρυφτείς στην αγκαλιά του.
Να τα ξεχάσεις όλα. Να τα αγνοήσεις.
Μα τρομάζεις, φοβάσαι.
Φοβάσαι το τέλος, την αρχή.
Φωνάζεις στη βροχή.
Γεύεσαι τον πόνο. Ανασαίνεις με αυταπάτες.
Τότε πέφτει η αυλαία. 


Ο κόσμος σαν γυαλί. Θα ραγίσεις, θα σπάσεις, θα φωνάξεις.
Εν τέλει θα σωπάσεις, θα φύγεις μακριά.
Οι κουρτίνες θα κλείσουν, τα καθίσματα θα αδειάσουν...
Όπως άδειασε η ψυχή σου.
Κρυφά, μυστικά, παράξενα, έξω από το κορμί σου.