Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

War inside your head.

Φυλακή, σκοτάδι, συνήθεια. Ξέρεις πως θα καταλήξει. Ξέρεις πως θα τελειώσει και θα το πετάξεις. Μετά θα το πατήσεις και θα φύγεις παίρνοντας καινούρια. Το παλιό θα αργοπεθαίνει και εσύ θα σιγοτραγουδάς χαμένος στα βρώμικα στενά. Και μετά θα εισβάλλει ένα φως στο οπτικό σου πεδίο. Θα το ακολουθήσεις σκεπτόμενος πως ίσως βρεις τη λύτρωση. Μα οι φόβοι θα σε πνίγουν. Θα σε κρατάν εγκλωβισμένο στη φυλακή που έφτιαξες ο ίδιος. Θα τελειώνει το οξυγόνο. Θα ψιθυρίσεις τις ίδιες λέξεις. Θα τις πεις στον εαυτό σου μπας και τις πιστέψεις, μα βαθιά μέσα σου θα ξέρεις πως θα ξαναπέσεις στην ίδια παγίδα. Χαμένος. Χαμένος κι ούτε μια χαραμάδα να μπαίνει αέρας. Μα αυτός ο πόλεμος στο κεφάλι σου θα συνεχίζεται. Οι φωνές θα σε ζαλίζουν. Δε θα μπορείς να τις ελέγξεις και θα τρελαίνεσαι.


Και αυτή θα τρέχει τρομαγμένη να κρυφτεί.
Θα κρύβεται  μυστικά μέσα στη σιωπή.
Θα τη συντροφεύει η μουσική.


Και δε θα καταλάβεις όσο κι αν προσπαθείς.
Θα εθίζεσαι στον ήχο της βροχής.
Τα μονοπάτια του θανάτου θα τα αγνοείς.


Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Φυγή

Το σύμπαν χορεύει στους ρυθμούς της σιωπής.
Κοίταξέ με! Χορεύω κι εγώ στο τεντωμένο σχοινί της ζωής.
Οι δρόμοι γύρω μου σκηνές.
Και εγώ πρωταγωνίστρια του χάους.
Χόρεψε μαζί μου. 
Και μετά φύγε.

Οι άνθρωποι μετατρέπονται σε σκιές.
Αφέσου στις βροχές.
Τρέξε, κρύψου σε μια ρεαλιστική ουτοπία.
Κρύψε κι εμένα. Ντύσε με να κρύψω τις πληγές.
Προστάτεψέ με για λίγο απ' το κενό.
Και ύστερα φύγε.

Παντού σπασμένες εικόνες προσώπων.
Νεκρών ανθρώπων.
Νεκρών στην ψυχή σου.
Που και που σε ξυπνάν στα όνειρά σου και σε αναστατώνουν.
Δεν μπορείς να με προστατέψεις, ούτε κι εγώ.
Φύγε.

Τώρα οι ψυχές ξεχύθηκαν στην απόγνωση.
Χορεύουν κι αυτές στην κόλαση.
Σε μια φλογερή άβυσσο.
Και εσύ χάνεσαι.
Χάνομαι και εγώ.
Έφυγες.

Μα ήρθε η ώρα πια να φύγω κι εγώ.
Κουράστηκα.

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Λαχειοφόρος αυταπάτη

 
Νύχτα μαγική. Θα σε ταξιδέψει στους δρόμους του ονείρου.
Παγιδευμένη στα θραύσματά του.
Λύτρωση και θάνατος μαζί.
Οξύμωρο ή ίσως πραγματικότητα (;)
Σαν την καυτή ζεστασιά που σε γεμίζει δύναμη.
Σκοτεινές κηλίδες χαράζουν το φόβο.

Νύχτα με κονσέρτο. Θα σου επουλώσει τις πληγές σου.
Εκείνες τις βρώμικες, γεμάτες γρίφους σκέψεις σου.
Θα χάσεις τον έλεγχο, θα ξεσπάσεις.
Μετά θα κρατηθείς από μια πλάνη.
Σκιά που θα σου κρατάει το χέρι.
Και μετά θα χαθεί.

Νύχτα θολή. Θα φέρει εκείνα τα παλιά γνώριμα σύννεφα.
Η ανάσα καυτή. Θα σε μεθύσει με το γλυκό κρασί της.
Όμορφα τριαντάφυλλα γεμάτα αγκάθια.
Μέσα από το ποτήρι θα καθρεφτίζεται ο εξιδανικευμένος κόσμος σου.
Στάλες δροσερών διαμαντιών.
Και κάπου εκεί η αρχή του τέλους.

Νύχτα κρύα. Τη νιώθεις  σε κάθε κύτταρο του κορμιού σου.
Και η μελωδία εγκλωβισμένη ψάχνει από κάπου να αποδράσει.
Ζωγραφιές καπνού.
Ατενίζοντας τα χρώματα της χαράς.
Αποτυπωμένα συναισθήματα.
Ατελεύτητη άβυσσος.

Νύχτα μοναχική. Αντιμέτωπος με τη θάλασσα.
Αντιμέτωπος με τον ίδιο σου τον εαυτό.
Με τις φοβίες και τα πάθη σου.
Νύχτες γεμάτες λάθη. Λάθος λάθη.
Μυρωδιά χάους.
Μπορείς για λίγο να με κάνεις να ξεχάσω;

Πάρε με από εδώ. Έστω και για λίγο.
Να νιώσω απλά τη νότα της απόδρασης.
Και ύστερα φεύγεις.

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Λύτρωσης ταξίδι

Κάποιος, κάπου εδώ τριγύρω. Στο μέσο της διαδρομής.
Ή, ή στην αρχή του τέλους ή στη μέση του πουθενά.
- Και πώς φεύγουμε από εδώ;
- Και πού να πάμε;
- Δεν ξέρω, κάπου όμορφα, κάπου που να υπάρχει κάτι για να πιστέψω.
- Κάπου θα υπάρχει θαμμένος κάποιος χάρτης.
- Πάμε να τον βρούμε μαζί; Φοβάμαι μόνος.
- Μην εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους. Ούτε κι εμένα.
- Θα ρισκάρω. Δεν πιστεύω να πονάς;
- Όχι, αντέχω. Πάμε.
- Το βλέπω στα μάτια σου, δεν έχεις μεγάλη αντοχή για κάτι τέτοιο.
- Φοβάμαι μη σε πληγώσω. Αλλά δεν πονάω. Ή ίσως να λίγο.
- Τότε άστο για μια άλλη φορά.
- Όχι, ας ξεκινήσουμε τώρα.
- Μα, σε βλέπω να λυγίζεις, να πέφτεις. Γιατί ρισκάρεις ενώ δεν αντέχεις;
- Γιατί αλλιώς θα σάπιζα στο βρώμικο κλουβί της ζωής.
- Και αυτό το αίμα που τρέχει τι είναι;
- Θα περάσει, όλα περνάνε.
- Και τότε γιατί κοιτάς πίσω σου συνέχεια;
- Εδώ πεθαίνουν οι άνθρωποι και φοβάμαι... Όχι γαμώτο! Πήραμε λάθος δρόμο!
- Άνοιξε το παράθυρο. Δεν μπορώ να αναπνεύσω.
- Βρωμάει αναισθησία, υποκρισία, ανθρώπους. Δεν μπορώ.
- Η πληγή μεγαλώνει. Δεν έπρεπε να ξεκινήσουμε. Κρατήσου. Πονάς πολύ;
- Αντέχω.
- Μείνε μαζί μου. Δεν μπορώ να παλέψω μόνος μου.
Και το φως του ασθενοφόρου αντανακλούσε στα σπασμένα γυαλιά. Παρέα περίεργες σιωπηλές φωνές.
- Και τελικά δε φτάσαμε ποτέ στο εκεί, γιατί εδώ ή πεθαίνεις ή τρελαίνεσαι.

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Το τελευταίο κονσέρτο

Πνιγόταν. Ήθελε να φύγει. Μακριά.
Έκατσε μυστικά στη σκοτεινή γωνιά.
Ήθελε να κρυφτεί από όλο αυτό το χάος που αισθανόταν.
Στο μυαλό της διάφορες εικόνες ερχόταν.
Η νύχτα σκέπασε με το πέπλο της τη μυστήρια πνοή.
Σκοτεινός ουρανός, σκοτεινό δωμάτιο, σκοτεινή ψυχή.
Και μια μελωδία είχε τρυπώσει από μια σχισμή.
Ο κρυφός καπνός απ' το τσιγάρο σχημάτιζε ζωγραφιές.
Αναρωτιόταν τι έφταιγε για όλες εκείνες τις συμφορές.
Τι έφταιγε που όλα ήταν τόσο περίπλοκα.
Τι έφταιγε που ένιωθε τόσο μακριά απ' όλους, τόσο μόνη,
που αγαπούσε ό,τι μισούσε...
Αν ήξερε να αγαπάει.
Αν ήξερε να μισεί.
Δεν ήξερε. 
Δε γνώριζε καν αν υπάρχουν αυτές οι λέξεις.
Ίσως φοβόταν το τέλος.
Ίσως φοβόταν την αρχή.
Ήθελε κάποιος να της απαντήσει στο αν υπάρχουν αυτές οι λέξεις ή είναι απλά πλάνες.
Ήθελε κάποιος να τη σώσει από αυτήν την άβυσσο, τις αυταπάτες.
Αρκετοί της απάντησαν, κανένας δεν την έσωσε.
Τώρα το μολύβι έσβηνε μοναχό του καθώς έγραφε.
Ποιήματα τη γύριζαν πίσω.
Δεν άλλαζε τίποτα. Είχε εθιστεί στον πόνο.
Παρέα κάτι αποτσίγαρα, άσπρη σκόνη, vodka, μουσική και εφήμερα πάθη μόνο.
Όλα την οδηγούσαν στους λάθος ανθρώπους.
Σε λάθος πόθους.
Σε ανθρώπους που δεν ταίριαζε.
Σε μια ζωή που δεν άνηκε.

Είναι εκείνη που ξέρεις. Εκείνη που ποτέ δε θα μάθεις.
Είναι εκείνη που θέλεις να της πεις τόσα, αλλά διστάζεις.
Εκείνη που κοιτούσες.
Εκείνη που ποθούσες.


Σφάδαζε. Πνιγόταν. Έπρεπε να φύγει.
Είναι εκείνη που παίζει κρυφτό στο σκοτάδι με σκιές.
Εκείνη που μετράει στα σωθικά τις μαχαιριές.
Εκείνη που προσπαθεί να λύσει το μυστήριο του κόσμου σου.


Πνιγόταν. Ήθελε να φύγει. Μακριά.
Δεν ήθελε να ζει άλλο σ' αυτήν τη συννεφιά.
Με αργές κινήσεις σηκώθηκε.
Ζαλισμένη από την περίεργη μυρωδιά του χάους έφτασε ως την πόρτα.
Κοίταξε για μια τελευταία φορά γύρω της.
Είχε μουδιάσει. Ψιθύρισε ήχους, συλλαβές, προτάσεις.
Ήθελε να φωνάξει. Σώπασε.
Κλείνοντας τα μάτια της σωριάστηκε. Τα χείλη της πάγωσαν.
Η μελωδία τελείωσε.
Η νύχτα έγινε μόνιμη.

Έπρεπε να φύγει. Πνιγόταν. Έπρεπε να φύγει.
Κανείς δεν ξέρει αν θα ξαναγυρίσει.